κάκαδο

κάκαδο
το см. κά(ρ)καδο

Νέα ελληνική-Ρωσικά λεξικό. . 1980.

Игры ⚽ Нужно сделать НИР?

Смотреть что такое "κάκαδο" в других словарях:

  • κάκαδο — και κάρκαδο και κάκανο, το 1. η εσχάρα που σχηματίζεται στην επιφάνεια τών πληγών, εξανθημάτων ή ελκών 2. ξηραμένη λέμφος. [ΕΤΥΜΟΛ. < θ. κα τού καίω με δίπλωση. Ο τ. κάρκαδο από αναλογική επίδραση, ο δε τ. κάκανο από τροπή τού δ σε ν . Κατ… …   Dictionary of Greek

  • κακαδιάζω — [κάκαδο] (για τραύματα) σχηματίζω κάκαδο, σχηματίζω, εσχάρα …   Dictionary of Greek

  • κάρκαδο — και κάκαδο και κακάδι, το το επίστρωμα πληγής «κρούστα, η εσχάρα τής πληγής. [ΕΤΥΜΟΛ. Βλ. λ. κάκαδο] …   Dictionary of Greek

  • εφελκίδα — η (Α ἐφελκίς, ίδος) η σκληρή, στερεή ουσία που καλύπτει μιαν απώλεια δερματικής ουσίας και που σχηματίζεται πάνω σε έλκος, σε πληγή, κν. κάκαδο, κρούστα. [ΕΤΥΜΟΛ. < επί + ἕλκος] …   Dictionary of Greek

  • καρκαδιάζω — [κάρκαδο] (για πληγή, τραύμα) σχηματίζω κάρκαδο ή κάκαδο, κοριάζω, αρχίζω να κλείνω, επουλώνομαι …   Dictionary of Greek

  • κατεσχαρώ — κατεσχαρῶ, όω (Α) (κατά τον Ησύχ.) (για πληγή) καλύπτω με εσχάρα, με πέτσα, με κάκαδο. [ΕΤΥΜΟΛ. < κατ(α) * + ἐσχαρῶ «σχηματίζω εσχάρα»] …   Dictionary of Greek

  • κουκούδι — το (Μ κουκούδι και κουκούδιν) μικρό κοκκιώδες εξάνθημα, κεφάλι σπυριού, κάκαδο μσν. 1. χαλάζι 2. στον πληθ. τὰ κουκούδια οι κουκκίδες που υπάρχουν για αρίθμηση πάνω στα ζάρια. [ΕΤΥΜΟΛ. κουκούδι (αντί κουκκούδι) < κόκκος + υποκορ. κατάλ. ούδι… …   Dictionary of Greek

  • κρούστα — Μουσικά όργανα, των οποίων ο ήχος προκύπτει μέσω της κρούσης, δηλαδή ηχούν όταν τα χτυπήσει κάποιος κατά διάφορους τρόπους. Τα κ. αποτελούν την αρχαιότερη από όλες τις κατηγορίες μουσικών οργάνων. Από το απλό χτύπημα των χεριών ή των ποδιών μέχρι …   Dictionary of Greek

  • κύταλο — το (Μ κύταλον) [κύτος] 1. κρούστα, κάκαδο 2. κόρα ψωμιού …   Dictionary of Greek

  • σκίρον — και σκίρρον και εσφ. γρφ. σκῡρον, τὸ, ΜΑ μσν. εσχάρα έλκους, κρούστα, κάκαδο αρχ. 1. ο εξωτερικός φλοιός τού τυριού 2. αποξηραμένες βρομιές, ακαθαρσίες. [ΕΤΥΜΟΛ. < σκῖρος, (ὁ) «σκληρή γη» με αλλαγή γένους. Ο τ. σκῦρον είναι εσφ. γρφ., πιθ. κατ …   Dictionary of Greek


Поделиться ссылкой на выделенное

Прямая ссылка:
Нажмите правой клавишей мыши и выберите «Копировать ссылку»